Παρουσίασε το νέο του βιβλίο ο Ηρακλής Κακαβάνης

Έγινε την Τρίτη, η παρουσίαση του βιβλίου «Ο Άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» του ελασσονίτη δημοσιογράφου Ηρακλή Κακαβάνη. Παραβρέθηκαν αρκετοί εκπρόσωποι Μέσων Ενημέρωσης και bloggers. Ανάμεσά τους ο παλαίμαχος αγωνιστής ζωγράφος Γιώργος Φαρσακίδης, ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη δημιουργοί της εκπομπής «Μονόγραμμα», ποιητές και λογοτέχνες της νεότερης γενιάς.
Ένα βιβλίο που, όπως είπε, η Γεωργία Λαδογιάννη έχει πολλές αρετές. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία.
[wpg_thumb]
Μια εκδήλωση ζεστή, που, στους παλαιότερους δημοσιογράφους, θύμισε «εκδηλώσεις της δεκαετίας του ’70, όπου άκουγα καινούρια πράγματα». «Ήταν τόσο όμορφα χτες, τόσο ζεστά και φιλικά που συγκινήθηκα. Με γύρισαν σε άλλες εποχές, σε πολύ καλές εποχές». «Ήταν μια σπίθα απαραίτητη, για να ανάψουμε φωτιές σήμερα». Αυτά ήταν μερικά από τα σχόλια των παρευρισκομένων δημοσιογράφων.
Στην ωραία ατμόσφαιρα της εκδήλωσης συνέβαλε ο φιλόξενος και καλαίσθητος χώρος του τσιπουράδικου «Ο Μπούσουλας», όπως και το προσωπικό που συμμετείχε ψυχή τε και σώματι.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με θεατρική απόδοση από τους ηθοποιούς Στέλιο Γερανή και Κατερίνα Φωτιάδου ενός σατιρικού κειμένου του Βάρναλη, με τίτλο «Λόγια και πράξις». Ενα κείμενο που δείχνει ότι ο Βάρναλης ανακάλυψε την αποξένωση του λόγου πριν τον Μπρεχτ. Συνεχίστηκε με τις ομιλίες των Γιώργου Σαρρή, Γεωργίας Λαδογιάννη και Διονύση Τσακνή με συντονιστή τον δημοσιογράφο Νίκο Μπογιόπουλο. Η Γεωργία Λαδογιάννη, επίκουρος καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, είναι η μόνη στο πανεπιστήμιο που διδάσκει Βάρναλη ως ποιητή και ως κριτικό της Λογοτεχνίας. Ολοκληρώθηκε με πολύ κέφι, τσίπουρο κρασί, μεζέδες και τραγούδι.
Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στο λαϊκό και αυθόρμητο χαρακτήρα του Βάρναλη, που έζησε πέρα από κάθε σεμνοπρέπεια και σοβαροφάνεια, ανατρεπτικός και σαρκαστικός σε όλα του. Μίλησαν για τον Βάρναλη που, στα είκοσί του, χάλαγε τον κόσμο μαζί με τους άλλους μποέμ νέους ποιητές στα καφενεία του λόφου της Δεξαμενής, κι ύστερα κατέβαιναν έτσι για την τρέλα με τα πόδια μέχρι το Φάληρο. Αυτός που «την εποχή των ανοιξιάτικων ερώτων» έκανε καντάδες στην οδό Δεινοκράτους μαζί με τους άλλους ποιητές, που «αγαπούσαν εξ αποστάσεως», μάταια πάντα, την ίδια γυναίκα. Του ποιητή που, από τους πρώτους, ακολούθησε το λαό στο δρόμο της επανάστασης, οδηγητής του να κρατά το φως που πάντα καίει. «Φωνή του λαού και παππού των λαϊκών αγώνων», τον χαρακτήρισε ο Ρίτσος. Αυτός που έδωσε τη μάχη με τον ιδεαλισμό στις δεκαετίες του 1920 και 1930, πρωταγωνιστής στα «Αθεϊκά» και πέτρα του σκανδάλου στα «Μαρασλειακά», ο πάντα αμετανόητος κομμουνιστής, που, στο πρόσωπό του, συναντήθηκαν η επαναστατική τέχνη και η υψηλή αισθητική.
Οπως επισήμανε ο Νίκος Μπογιόπουλος, «(…) ο κομμουνιστής Βάρναλης έγραψε με πλήρη επίγνωση ότι «όλες οι τέχνες “πολιτεύονται”, είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Κι η επαναστατική τέχνη “πολιτεύεται” – έλεγε ο Βάρναλης – με τη διαφορά, πως το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική Συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας κι από αντίδραση στη Συνήθεια».
«Ο Κ. Βάρναλης ήταν από τους ποιητές που φρόντιζε όσο λίγοι να ακονίζει το ποιητικό του μαχαίρι. «Γράφω με δύσκολο τρόπο εύκολα πράματα. Γράφω λίγο έλεγε», τόνισε ο Γιώργος Σαρρής και συνέχισε: «Εψαχνε λέξεις, ρίμες, ήχους, ρυθμούς. Και φυσικά νοήματα μαζί με το παίδεμα πάνω στη γλώσσα. Η γλώσσα του Κ. Βάρναλη είναι μια γλώσσα από πέτρα και κρασί, από ήλιο, χώμα που σηκώνει ο άνεμος μες στην πρωινή θολούρα, σ’ ένα δρόμο πλάι στα λιόδεντρα, γεμάτη πόνο, αλλά και γέλιο βροντερό του εργάτη. Μια γλώσσα απλή, καθημερινή μα πλημμυρισμένη από βαθιά αγάπη για το λαό με όλα τα καλά και τα κακά του (…) Η ποίηση αλλά και η ζωή του Βάρναλη είναι πλημμυρισμένες από την πίστη στη νίκη του ανθρώπου. Του απλού, λαϊκού ανθρώπου που παλεύει, που αγαπάει, που μεθάει και γλεντάει, που αγωνίζεται να κερδίσει αυτό που του αξίζει κι έτσι ανυψώνεται και κάθεται στο πλάι του Θεού και του μιλάει στον ενικό, του ανθρώπου που κυλιέται στ’ ανθρώπινα χωρίς καμιά ενοχή. Αυτός ήταν ο Βάρναλης».
Η Γεωργία Λαδογιάννη, με το πάθος της αγάπης για την ποίηση, μίλησε για τον ποιητή που τον απασχόλησαν οι στοιχειωμένοι πόθοι του λαού όπως και τον Σολωμό. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πλαίσιο συζήτησης που θέτει το βιβλίο για τα ποιήματα «Καλός πολίτης» και «Εξαγνισμός» – δύο ποιήματα γραμμένα στα τέλη της δεκαετίας του ’20 – ποιήματα σημαδεμένα από την ιστορία, με τα οποία ο Βάρναλη μετά το «Φως που καίει» αποφασίζει να γίνει δεύτερη φορά στόχος. Ο «Καλός πολίτης» είναι μια καλλιτεχνική κορύφωση στην απεικόνιση του μικροαστού.
Ο Διονύσης Τσακνής, στην ιδιαίτερα σύγχρονη και επίκαιρη ομιλία του, χαρακτήρισε το βιβλίο χρήσιμο για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή φέρνει τον εραστή της ποίησης του Βάρναλη και της στάσης ζωής του σε επαφή με άγνωστες πλευρές του και δεύτερον, συμβάλλει στην προβολή του πολιτισμού της Αριστεράς, όπου ο Βάρναλης είναι το βαρύ πυροβολικό. Στο πρόσωπό του, συμβολίζεται η ταύτιση λόγου και έργου της μαχόμενης ελληνική διανόησης στο πλάι του ταξικού κινήματος της εποχής. Στα ζητήματα που απαντά ο διανοητής Βάρναλης είναι ζητήματα που θέτει το ίδιο το ταξικό κίνημα. Το παράδειγμα της δίωξής του στα “Μαρασλειακά” και αργότερα στα 1955 με τη στάση του στη δίκη Λουντέμη όπου έθεσε το μέτρο της στάσης του λογοτέχνη. Ο Δ. Τσακνής διάβασε ένα απόσπασμα από την κατάθεση του Βάρναλη στη δίκη, η οποία περιέχεται στο βιβλίο ως ένα ενδεικτικό παράδειγμα του πολιτισμού της Αριστεράς. Εκεί ο Βάρναλης έθεσε τρία ερωτήματα: Ο λογοτέχνης, ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας, με ποιον θα πάει, με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Αν ο λαός πέσει στα δεινά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο. Αν η πατρίδα πέσει σε εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους;

Add Comment