Κ. Μπαργιώτας: «Καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να λύσει το ασφαλιστικό μόνη της»

«Καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να λύσει το ασφαλιστικό μόνη της. Χωρίς μια ευρύτερη συμφωνία στις βασικές παραμέτρους, κάθε δυο χρόνια θα συζητάμε περικοπές συντάξεων, αυξήσεις ασφαλιστικών εισφορών και το χάος των ασφαλιστικών ταμείων που θα ανακυκλώνεται. Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε από κοινού μία συναινετική λύση. Αν όχι με αυτήν την Κυβέρνηση, που το έργο το αρνείται, σίγουρα στον επόμενο κύκλο αυτού του Κοινοβουλίου» τόνισε ο βουλευτής Λάρισας με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, κ. Κώστας Μπαργιώτας, στην Ολομέλεια της Βουλής, σε συζήτηση επίκαιρης επερώτησης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σχετικά με το διοικητικό χάος στον ΕΦΚΑ.
Επεσήμανε, επίσης, το ρόλο που έπαιξε το ασφαλιστικό στη διόγκωση του χρέους. «Το δημογραφικό, η ανεργία, οι στρεβλώσεις είναι πράγματα τα οποία έχουν συζητηθεί επανειλημμένα. Έβγαζαν αναλογιστικές μελέτες των οποίων οι προβολές επιβεβαιώθηκαν εκ των υστέρων στο κατώφλι της κρίσης, το 2010. Βρεθήκαμε εκεί που ήταν προδιαγεγραμμένο να βρεθούμε, από τη στιγμή που ομόθυμη σχεδόν η ελληνική κοινωνία και ομόθυμα όλα τα κόμματα, με την εξαίρεση ενός μικρού κομματιού γύρω από τον κ. Γιαννίτση και τον Πρωθυπουργό της χώρας της εποχής, κ. Σημίτη, αρνήθηκαν βίαια μικρές τροποποιήσεις σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν να τρέχουν οι στρεβλώσεις με τον τρόπο που έτρεχαν. Στην αμέσως επόμενη περίοδο, την περίοδο των κυβερνήσεων Καραμανλή, ένα μόνο στοιχείο είναι χαρακτηριστικό: Από το 2006 μέχρι το 2009 71,3 δισεκατομμύρια ή το 83% του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας για την περίοδο αυτή πήγαινε κατευθείαν στις συντάξεις. Το 80% της αύξησης του χρέους την ίδια περίοδο οφειλόταν στις ανισορροπίες του συνταξιοδοτικού και στην ανάγκη του προϋπολογισμού να καλύπτει τις συντάξεις με τον ίδιο τρόπο που ήταν. Με απλά ελληνικά: χωρίς ελλειμματικό ασφαλιστικό, δεν θα είχαμε μνημόνιο» τόνισε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, σχολίασε τη διαχρονική στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο ζήτημα του ασφαλιστικού λέγοντας ότι «Ο τελευταίος που αντιλήφθηκε το πρόβλημα ήταν ο Πρωθυπουργός το βράδυ της ψήφισης του τρίτου μνημονίου, όπου περάσαμε από το «καμία μείωση στις συντάξεις, καμία αύξηση στο χρόνο συνταξιοδότησης, καμία αύξηση στις εισφορές» -που ήταν το μότο του ΣΥΡΙΖΑ για πολλά χρόνια- σε εκείνη την περίφημη φράση του Πρωθυπουργού: «Μα, καλά ποιος δεν ξέρει ότι το ασφαλιστικό σύστημα δεν βγαίνει;»». Προφανώς όλοι οι άλλοι, εκτός από τον ίδιο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έτσι, λοιπόν, παρ’ όλο που η παραδοχή της αναγκαιότητας μιας μεγάλης μεταρρύθμισης έστω και αργά είναι καλοδεχούμενη, αντί να πυροδοτήσει από την πλευρά της Κυβέρνησης μια ειλικρινή συζήτηση που θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός ασφαλιστικού συστήματος βιώσιμου και σταθερού για τα επόμενα είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια –γιατί αυτό είναι το ζητούμενο-, προτίμησε να ξανασπρώξει το πρόβλημα κάτω από το χαλί».

Ακολουθεί η απομαγνητοφώνηση της συζήτησης:

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΡΓΙΩΤΑΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το ασφαλιστικό είναι ένα από τα πιο μεγάλα προβλήματα της χώρας και ταυτόχρονα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πώς εξελίχθηκε η κατάσταση στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια και ενδεχομένως γιατί μπήκαμε στην κρίση.
Το ασφαλιστικό είναι στην καρδιά της κρίσης χρέους η οποία ξεκίνησε το 2009-2010 και η οποία εξακολουθεί να ταλανίζει τη χώρα τόσο στα επίπεδα της νοοτροπίας, δηλαδή, στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία, οι πολιτικές δυνάμεις, οι κοινωνικοί εταίροι χειρίστηκαν ένα πρόβλημα που ήταν γνωστό από τη δεκαετία του ’90 όσο και στα οικονομικά του στοιχεία όσο και στις συνδικαλιστικές και πολιτικές πρακτικές.
Ήταν γνωστό, λοιπόν, από το 1990 ότι το ασφαλιστικό δεν βγαίνει, κατά το κοινώς λεγόμενον. Το δημογραφικό, η ανεργία, οι στρεβλώσεις είναι πράγματα τα οποία έχουν συζητηθεί επανειλημμένα. Έβγαζαν αναλογιστικές μελέτες των οποίων οι προβολές επιβεβαιώθηκαν εκ των υστέρων στο κατώφλι της κρίσης, το 2010.
Βρεθήκαμε εκεί που ήταν προδιαγεγραμμένο να βρεθούμε, από τη στιγμή που ομόθυμη σχεδόν η ελληνική κοινωνία και ομόθυμα όλα τα κόμματα, με την εξαίρεση ενός μικρού κομματιού γύρω από τον Γιαννίτση και τον Πρωθυπουργό της χώρας της εποχής κ. Σημίτη, αρνήθηκαν βίαια μικρές τροποποιήσεις σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν να τρέχουν οι στρεβλώσεις με τον τρόπο που έτρεχαν.
Στην αμέσως επόμενη περίοδο, την περίοδο των κυβερνήσεων Καραμανλή, ένα μόνο στοιχείο είναι χαρακτηριστικό: Από το 2006 μέχρι το 2009 71,3 δισεκατομμύρια ή το 83% του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας για την περίοδο αυτή πήγαινε κατευθείαν στις συντάξεις. Το 80% της αύξησης του χρέους την ίδια περίοδο οφειλόταν στις ανισορροπίες του συνταξιοδοτικού και στην ανάγκη του προϋπολογισμού να καλύπτει τις συντάξεις με τον ίδιο τρόπο που ήταν. Με απλά ελληνικά: Χωρίς ελλειμματικό ασφαλιστικό, δεν θα είχαμε μνημόνιο.
Το τραγικό είναι ότι είχαμε και εξακολουθούμε να έχουμε ένα από τα πιο προβληματικά και άδικα ασφαλιστικά συστήματα της Ευρώπης. Ενδεχομένως να είναι το χειρότερο. Μπήκαμε, λοιπόν, στην κρίση και εξαιτίας του ασφαλιστικού και με το ασφαλιστικό ταυτοχρόνως να καταρρέει. Και το γεγονός ότι κανείς δεν μπήκε στον κόπο να το τροποποιήσει μέχρι το 2009, το έφερε στα πρόθυρα της καταστροφής. Οχτώ χρόνια μετά δεν το έχουμε επιλύσει. Απ’ ό,τι φαίνεται σήμερα, που ξανασυζητάμε το ίδιο, ο περίφημος νόμος του Κατρούγκαλου προφανώς δεν μπορεί να το λύσει.
Τα κόμματα της σημερινής Κυβέρνησης και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ θυμίζω ότι είχαν βίαιη συνεισφορά στην ανατροπή οποιασδήποτε προσπάθειας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης σε όλα τα χρόνια που πέρασαν και κυρίως την περίοδο από το 2012 και μετά όπου εγκατεστημένοι με επικεφαλής τον Υπουργό κ. Κατρούγκαλο, απέναντι στην πλατεία Συντάγματος κρεμούσαν –εικονικά εννοώ και πραγματικά- οποιονδήποτε προσπαθούσε να μεταρρυθμίσει ή να συζητήσει για μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος. Νομίζω ότι κάποιες στιγμές έπεφταν κάποια αυγά και, επίσης, κάποιες βίαιες ενέργειες είναι δεδομένες και αποδεδειγμένες. Ας τα αφήσουμε, όμως, αυτά.
Μέσα στην κρίση, λοιπόν, ο τελευταίος που αντιλήφθηκε το πρόβλημα ήταν ο Πρωθυπουργός το βράδυ της ψήφισης του τρίτου μνημονίου, όπου περάσαμε από το «καμία μείωση στις συντάξεις, καμία αύξηση στο χρόνο, καμία αύξηση στις εισφορές» -που ήταν το μότο του ΣΥΡΙΖΑ για πολλά χρόνια- σε εκείνη την περίφημη φράση του Πρωθυπουργού που ομολογώ ότι την άκουσα με μεγάλη έκπληξη –στη συνέχεια έπαψα να εκπλήσσομαι από τον Πρωθυπουργό, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή τον Αύγουστο του 2015 εξεπλάγην- όπου είπε: «Μα, καλά ποιος δεν ξέρει ότι το ασφαλιστικό σύστημα δεν βγαίνει;». Προφανώς όλοι οι άλλοι, εκτός από τον ίδιο μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Έτσι, λοιπόν, παρ’ όλο που η παραδοχή της αναγκαιότητας μιας μεγάλης μεταρρύθμισης έστω και αργά είναι καλοδεχούμενη, αντί να πυροδοτήσει από την πλευρά της Κυβέρνησης μια ειλικρινή συζήτηση που θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός ασφαλιστικού συστήματος βιώσιμου και σταθερού για τα επόμενα είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια –γιατί αυτό είναι το ζητούμενο-, προτίμησε να ξανασπρώξει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.
Και αφού πέταξε στα σκουπίδια τον προηγούμενο νόμο, τον νόμο του Λοβέρδου όπως είναι γνωστός, και αφού πέταξε στα σκουπίδια και το πόρισμα των Σοφών το φθινόπωρο του 2015 προχώρησε σε μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση, η οποία είναι λίγο ιδιότυπη και η αλήθεια είναι ότι έχει πετύχει πολλούς στόχους μέχρι στιγμής ταυτοχρόνως, δηλαδή και περικοπές των συντάξεων μέχρι και 30% μέχρι το 2019 και επέκταση των περικοπών σε όλους καθώς η περίφημη «προσωπική διαφορά» μέχρι να δημιουργηθεί καταργήθηκε. Ποιος θυμάται, αλήθεια, τις υποσχέσεις του κ. Κατρούγκαλου από αυτό το Βήμα ότι θα προκύψουν από το 2018 αυξήσεις με την προσωπική διαφορά; Ούτε για να καγχάσει δεν το θυμάται κανένας. Και κατόρθωσε να μετατρέψει την ασφαλιστική εισφορά σε χαράτσι, λόγω φορολογικής κρίσης, εκτροχιάζοντας πραγματικά και τις εισφορές και την εισπραξιμότητα, η οποία έχει καταρρεύσει.
Με δυο κουβέντες το σύστημα είναι αναχρονιστικό, κατ’ αρχήν. Από τους μεν σημερινούς νέους εργαζόμενους ζητά να δουλέψουν περισσότερο, να πληρώσουν παραπάνω, να πάρουν λιγότερα, αν πάρουν, οδηγώντας τους συνταξιούχους σε ακόμα μεγαλύτερες περικοπές, οι οποίες και οριζόντιες υπήρξαν και άδικες διατηρώντας ουσιαστικά τις στρεβλώσεις που υπήρχαν και οι οποίες δεν έχουν διορθωθεί.
Στην πραγματικότητα αυτό που προσπαθούσε να κάνει είναι να μεταθέσει το πρόβλημα για μετά το 2018. Αποδείχθηκε ότι δεν κατόρθωσε να βγάλει το 2017.
Από την άλλη μεριά στο πολύ μεγάλο άλλο κομμάτι, που ήταν η δημιουργία του ΕΦΚΑ, που είναι κάτι που συζητιέται στην Ελλάδα από την εποχή του Ελευθέριου Βενιζέλου κ.λπ., οδήγησε στην πλήρη αποδιοργάνωση των μηχανισμών των ταμείων και ένα τεράστιο αλαλούμ.
Είχα πει από την αρχή και το είχαμε πει όλοι ότι αυτό είναι τιτάνιο έργο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ξεπερνάει τις δυνατότητες της ελληνικής διοίκησης ακόμα και σε συνθήκες ομαλότητας, πολλώ δε περισσότερο σε συνθήκες κρίσης. Αν ρωτούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τον κ. Φλαμπουράρη θα σας έλεγε ότι είναι σαν το Πακέτο Γιουνκέρ, θέλει business plan, το οποίο δεν υπήρξε. Θέλει, επίσης, επενδύσεις σε χρόνο, σε χρήμα, σε πόρους, θέλει σχεδιασμό, θέλει προετοιμασία, θέλει ανάπτυξη ενιαίου ψηφιακού περιβάλλοντος από πριν, θέλει οργανογράμματα τα οποία ακόμα δεν υπάρχουν, δεν έχουν δημιουργηθεί τώρα, ενάμιση χρόνο μετά.
Αυτό που είδαμε ως αποτέλεσμα ήταν το πλήρες αλαλούμ: αδυναμία υπολογισμού για έκδοση συντάξεων, χάος στον ΟΓΑ, διοικητικό χάος στους μηχανισμούς, οι οποίοι προσπαθούν εκ των πραγμάτων να συμπτυχθούν με έναν τρόπο οποίος ούτε σχεδιασμένος είναι ούτε και προβλέψιμα μπορεί να εξελιχθεί και για δεκαετίες -προβλέπω, δυστυχώς- οι υπηρεσίες θα προσπαθούν να κλείσουν τις τρύπες που ανοίγει η προχειρότητα αυτής της υποτιθέμενης μεταρρύθμισης.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Νικήτας Κακλαμάνης): Κύριε Μπαργιώτα, σας ενημερώνω ότι σας έχω βάλει τον χρόνο της δευτερολογίας σας.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΡΓΙΩΤΑΣ: Τελειώνω. Θα μου χαρίσετε ένα λεπτό μόνο για τη δευτερολογία.
Το κύριο πρόβλημα δεν είναι ούτε οι περικοπές των συντάξεων στην ουσία ούτε οι αυξήσεις των εισφορών. Είναι ότι αυτού του τύπου η αδυναμία μεταρρύθμισης ανατινάζει το βασικό στοιχείο, που είναι η εμπιστοσύνη των εργαζόμενων στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Πρακτικά και σε απλά ελληνικά κανένας δεν πιστεύει σήμερα ότι οι εισφορές που πληρώνει θα του δώσουν ανταποδοτικά μία αξιοπρεπή σύνταξη αν του δώσουν σύνταξη. Αυτό είναι η ουσία του προβλήματος, όπως σήμερα ολοκληρώνεται.
Είναι εθνική ανάγκη να τελειώσουμε με το ασφαλιστικό σαν χώρα όχι σαν Κυβέρνηση. Είναι εθνική ανάγκη να οδηγηθούμε σε ένα δίκαιο, βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, ρεαλιστικό και για τους εργαζόμενους και δη και για τους συνταξιούχους. Ακούγεται δύσκολο και είναι, αλλά δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Δεν υπάρχουν δημοφιλείς λύσεις. Υπάρχουν βιώσιμες και μη βιώσιμες λύσεις. Αυτό είναι το κριτήριο το οποίο πρέπει να ισχύσει.
Υπάρχει σύγκλιση, διάλογος και συζήτηση, έξω από παρωπίδες ιδεολογικές και πολιτικές και έξω από διχαστικές λογικές, στις οποίες αυτή η Κυβέρνηση έχει εξαιρετικό ρεκόρ και εξαιρετική συμπεριφορά, στις διχαστικές, κόκκινες γραμμές και ας τις έχετε ξεχάσει. Δεν μπορεί να λύσει το ασφαλιστικό κανένας, καμιά πολιτική δύναμη μόνη της. Χωρίς μια ευρύτερη συμφωνία στις βασικές παραμέτρους, κάθε δυο χρόνια θα γυρίζουμε και θα συζητάμε περικοπές συντάξεων, αυξήσεις ασφαλιστικών εισφορών και το χάος των ασφαλιστικών ταμείων που θα ανακυκλώνεται. Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε από κοινού μία συναινετική λύση. Αν όχι με αυτήν την Κυβέρνηση, που το έργο το αρνείται, σίγουρα στον επόμενο κύκλο αυτού του Κοινοβουλίου.
Σας ευχαριστώ.

Αν θες να είμαστε σε επαφή, κάνε