Ο λαός, οι πολίτες και η προεκλογική ερημιά

question-markΤου Γιώργου Σαράτση

Τελευταίος μήνας του 2013 και όλα μοιάζουν πιο φθαρμένα από ποτέ: πρόσωπα, πολιτικές, ελπίδες, ψυχολογίες. Δώδεκα σχεδόν μήνες στον φάλτσο ρυθμό μιας μουσικής που μας έχει σπάσει κυριολεκτικά τα νεύρα και ενώ δεν την αντέχουμε άλλο, εμείς -ως άλλοι μαζόχες που απολαμβάνουν το σαδιστικότερο παιχνίδι που ‘χει ποτέ στηθεί- επιμένουμε να την ακούμε μέχρι οριστικής διάτρησης των ακουστικών μας πόρων.
Και σα να μην τα ‘χαμε όλα, οι επερχόμενες εκλογές μας έλειπαν. Σχεδόν παντού, οι συνήθεις ύποπτοι που υψώνουν δάχτυλο, ανεβάζουν τόνους, επικαλούνται ξανά τις ίδιες λέξεις, τα ίδια σχήματα λόγου, τις ίδιες τετριμμένες δικαιολογίες για όσα δεν έγιναν ποτέ και για όσα πρόκειται να γίνουν στο μέλλον, με την έρμη συγκατάθεση του εκλογικού σώματος. Συζητήσεις κουραστικές κι ανούσιες στο σύνολό τους∙ ο υπομονετικός όμως ακροατής ίσως να εντοπίσει στο βάθος κάποιου διαπληκτισμού δυο-τρεις ξεχασμένες αλήθειες που -ω, του θαύματος- κατορθώνουν ακόμα κι επιβιώνουν μες στη σαβούρα του καιρού. «Ό,τι μας ενώνει, είναι αυτό που δε θα γίνει ποτέ», θα γράψει κάποτε σ’ ένα τραγούδι του ο Ορφέας Περίδης.
Χορτασμένοι κύριοι της εκάστοτε κομματοκρατίας δηλώνουν ανεξάρτητοι. Δεν θα ‘ταν όμως καλύτερα τα πράγματα αν είχαν αυτοανακηρυχτεί ανεξάρτητοι στους αμαρτωλούς εκείνους καιρούς; Ας είναι. Τίποτα κακό, πόσο μάλλον η μετάνοια ή η μεταστροφή. Ας μη ξεχνούν όμως ορισμένοι ότι ακόμα και την αναπνοής τους τη χρωστούν στην πάλαι ποτέ πίστη τους στο κόμμα. Τί κι αν βαδίζουμε στον 21ο αιώνα; Για ορισμένους οι αξίες παραμένουν πάντα αξίες.
Πόλις, πολίτης, πολιτική, πολιτισμός: οι πλέον ζωτικές έννοιες για τον προσδιορισμός μας ως άνθρωποι. Παρατηρώντας την κοινή ρίζα των παραπάνω εννοιών, αντιλαμβανόμαστε πολλά. Και πάνω απ’ όλα ότι πολιτική δεν είναι παρά πολιτισμός. Όχι πολιτική όπως μας τη δίδαξαν τα τελευταία μεταπολιτευτικά χρόνια γονείς, σχολεία, μέσα ενημέρωσης ή κοινοβουλευτικά ανδρείκελα. Όχι την απαξιωμένη πολιτική των κομματόσκυλων και των βολεμένων. Πολιτική σημαίνει εμπνέω και εμπνέομαι. Ηγούμαι αγαστών αποφάσεων και φέρνω κοντά τους ανθρώπους. Όχι διχάζω, νομιμοποιώντας τα παράνομα και παρανομώντας νόμιμα.
Πέραν του διαρκή μεσαίωνα, διανύουμε και μια απέραντη εννοιολογική Βαβέλ, στην οποία ενώ λέμε ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα, ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία βάση επικοινωνίας. Αδυνατούμε να εννοήσουμε ο ένας τον άλλον. Άνθρωποι, λέει, σπουδαγμένοι, άνθρωποι με περγαμηνές και πάμπολλες πνευματικές αξιώσεις, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν λέξεις, ιδέες και έννοιες. Πώς μετά να βαδίσουμε στον ίδιο δρόμο;
Με πιάνει ρίγος κάθε που ακούω να αποκαλούν τους Έλληνες πολίτες «λαό». Ποιος συνειδητοποιημένος πολίτης θα ήθελε τον υποβιβασμό του σε μάζα; Τί συμβαίνει κι έχουμε όλοι μας εθιστεί σε έννοιες που υπονομεύουν την ύψιστη ιδιότητα του πολίτη; Πολίτες που δεν αντιδρούν στον πιο πάνω χαρακτηρισμό φαίνεται ότι αισθάνονται μεγάλη ασφάλεια μέσα σε μάζες ανθρώπων που ‘χουν χάσει την ταυτότητά τους.
Μεσήλικες, ηλικιωμένοι, συνταξιούχοι δεν τόλμησαν ακόμα να κατεβάσουν έστω μισό πήχη τον εγωισμό τους, να δούνε όσα άφησαν πίσω τους, αναλογιζόμενοι ευθύνες και λάθη. Άνθρωποι άλλων εποχών, άλλων ταχυτήτων, άλλων αντιλήψεων που διστάζουν ν’ αποδεχτούν τη ροή των πραγμάτων και δηλώνουν συνεχώς παρόν εκεί που ήδη θα έπρεπε να είχαν κάνει χώρο για να εγκατασταθεί το νέο.
Κι από την άλλη νέα παιδιά μορφωμένα, με ικανότητες και καρδιά μάλαμα ξοδεύουν τον χρόνο τους σε ηλεκτρονικές συσκευές, καφέδες και φτηνιάρικους τζόγους, αναζητώντας μάταια έρωτα, χαρά, νόημα. Κι επιμένουν, βγαίνοντας νύχτα για ποτό ή για να πουν καμιά κοτσάνα σε μια γλώσσα άγουρη, σχεδόν ακαταλαβίστικη. Παιδιά αλκοολικά απ’ τα likes του facebook και τις κοινοποιήσεις χαζοχαρούμενων προσώπων σε κακόγουστα πάρτι και σαββατιάτικες εξόδους. Παιδιά με πτυχία-μυαλά-ικανότητες μένουν αδρανή, περιμένοντας κάτι που ούτε κι αυτά ξέρουν. Απλά περιμένουν.
Όλοι μας κάτι περιμένουμε. Κάτι αόριστο, δυσδιάκριτο που ίσως έρθει στο μέλλον και αντικαταστήσει το κενό που ήδη βιώνουμε με κάτι άλλο, εξίσου αόριστο και δυσδιάκριτο. Και λέμε ότι είμαστε καλά. Κι ας μην είμαστε. Ή ότι «την παλεύουμε», κι ας είναι απάλευτη η καθημερινότητα και τ’ αδιέξοδά της.
Ερημώνουμε από ανθρώπους και συντροφιές. «Τους ανθρώπους μας και τα μάτια μας», μου ‘πε κάποτε ένας φίλος και ένοιωσα να βουρκώνω. Τί σημασία, σκέφτηκα, έχουν τα ευρώ και οι πάσης φύσεως στενότητες μπροστά στην απώλεια των δικών μας ανθρώπων; Τους ανθρώπους μας, λοιπόν, και τα μάτια μας.
Μέλημα κάθε τόπου δεν είναι μόνο η διασφάλιση εργασίας για τους πολίτες, ή η εκταμίευση πόρων για την διεκπεραίωση έργων. Τα έργα του σήμερα, πόσο μάλλον του αύριο, δεν θα ‘ναι πλατείες, δρόμοι, πεζοδρόμια και διευθετήσεις ημετέρων. Μέλημα κάθε τόπου που θέλει να σέβεται τον εαυτό του είναι πρωτίστως η διαμόρφωση συνθηκών συνύπαρξης, επικοινωνίας και ουσιαστικής συμμετοχής όλων στη διαμόρφωση πολιτικής και πολιτισμού. Δεν είναι ανόητο να θεωρούμε κάθε τι ανθρώπινο αδύνατο να πραγματοποιηθεί και κάθε τι ζημιογόνο, άχρηστο ή ανούσιο απαραίτητο και έτοιμο προς υλοποίηση;
Την ίδια στιγμή που το μνημονίακο μαχαίρι μπαίνει όλο και πιο βαθιά στη σάρκα της ελληνικής κοινωνίας, απέραντες εκτάσεις γης μένουν ανεκμετάλλευτες, περιουσίες και μόχθοι δεκαετιών βγαίνουν στο σφυρί, ψυχικές υγείες κλονίζονται ανεπανόρθωτα. Συνάνθρωποί μας χρειάζονται μια κουβέντα, ένα άγγιγμα, μία ώθηση για το επόμενο βήμα. Εκτός κι αν καταλάβουμε έγκαιρα ότι η όποια βοήθεια καταφθάνει πάντα αργά ή κάποιες φορές δεν έρχεται καθόλου και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ανασκουμπωθούμε και να ξεκινήσουμε μόνοι. Απ’ την αρχή.
Αυτό που λείπει από μικρές ταλαιπωρημένης κοινωνίες σαν τη δική μας, είναι οι δημιουργικές παρέες. Λείπουν οι μερακλήδες των αξιόλογων ιδεών, της δημιουργικής γκρίνιας, του διδακτικού χιούμορ, της καλής συντροφιάς και της ουσιαστικής συμπαράστασης. Γνώρισε άραγε ποτέ αυτός ο τόπος τόση κατήφεια, θλίψη και αδιαφορία;

Add Comment